Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΑΝΤΙΛΑ




Μιχάλης Τσαντίλας:
"Υπάρχει πράγμα που κοχλάζει, νομίζω"


του Ηρακλή Οικονόμου

Με δύο δίσκους στο ενεργητικό του - "Σκιά στο μυαλό" (2012) και "What you see is just a lie" (2015) - έχει ενταχθεί από την κριτική στην ελληνική αντεργκράουντ σκηνή, έχει επαινεθεί για το μελωδικό ενδιαφέρον της δουλειάς του, έχει επιδοκιμαστεί για τον συναισθηματισμό του, και έχει επικριθεί για την επιλογή του να ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του. Το σίγουρο είναι ότι ο σκοτεινός ηλεκτρονικός κόσμος του περσινού αγγλόφωνου EP αποκαλύπτει έναν ευαίσθητο και ταλαντούχο δημιουργό, πλάι στον ευφυή μουσικοκριτικό. Ο κύριος Μιχάλης Τσαντίλας!


Τι μεσολάβησε από τη «Σκιά στο μυαλό» μέχρι το ‘What you see is just a lie’ σε προσωπικό καλλιτεχνικό επίπεδο; Ποια τα νέα ερεθίσματα, και ποιες οι αναζητήσεις;

Μεσολάβησαν πολλά... Το σημαντικότερο ήταν ότι είδα την κόρη μου να μεγαλώνει και ότι άρχισα να διαλέγομαι μαζί της. Στα καλλιτεχνικά, η κυκλοφορία του Σκιά Στο Μυαλό με έβαλε στη διαδικασία να φτιάξω μπάντα και να βγω να παρουσιάσω ζωντανά τα τραγούδια μου – διαδικασία που μου έμαθε πολλά. Επίσης,  εντατικοποιήθηκε η ενασχόλησή μου με την μουσική δημοσιογραφία, πράγμα που σήμανε πολύ περισσότερη και συστηματικότερη ακρόαση νέας (και ευρύτερης γκάμας) μουσικής.

Μια βασική αλλαγή συνίσταται στην αποκλειστική ενασχόληση με τον αγγλικό στίχο. Βρίσκεστε περισσότερο στο στοιχείο σας εδώ; Ευρύτερα, είναι τελικά τα αγγλικά η «φυσική» γλώσσα της ροκ μουσικής;

Όχι, δεν θα έλεγα ότι βρίσκομαι περισσότερο στο στοιχείο μου με τον αγγλικό στίχο – όχι πια, τουλάχιστον. Απλώς, τα τραγούδια του What You See Is Just A Lie προέρχονται από την ίδια σοδειά με εκείνα του Σκιά Στο Μυαλό, είναι δηλαδή παλιά τραγούδια, που έγραψα τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ήμουν ακόμα στο ξεκίνημά μου και, λόγω και των ακουσμάτων μου, μου προέκυπτε πολύ εύκολα ο αγγλικός στίχος. Περνώντας τα χρόνια, όμως, αυτό σταδιακά έπαψε να συμβαίνει και άρχισε να βγαίνει αβίαστα αποκλειστικά η μητρική μου γλώσσα. Σε ό,τι αφορά την «φυσική» γλώσσα της ροκ μουσικής, ναι, θεωρητικά θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η αγγλική, από τη στιγμή που αυτή η μουσική γεννήθηκε στην Αμερική. Αλλά το φαινόμενο, από το ξεκίνημά του κιόλας, παγκοσμιοποιήθηκε (μέσω του σινεμά και των Μ.Μ.Ε.), οπότε ήταν επόμενο οι νεολαίες διαφόρων περιοχών της υφηλίου να το οικειοποιηθούν εύκολα και γρήγορα. Επομένως, όσο κι αν κάποιοι διαφωνούν με όρους όπως «ελληνικό ροκ» ή «ελληνόφωνο ροκ», εγώ τους βρίσκω δόκιμους.

Επίσης, ο ήχος σας είναι σαφώς πιο «ηλεκτρονικός» εδώ, σε αντίθετη με μια πιο «ακουστική» αίσθηση του πρώτου σας δίσκου. Αυτό έχει να κάνει μόνο με τον εκάστοτε συνεργάτη σας - Παρίσης, Χριστοδούλου - ή αντανακλά και μια δική σας επιλογή; Και πού οφείλεται αυτή;

Η δική μου βασική επιλογή είναι να μην έχω στεγανά. Κι είναι μια επιλογή που έχω κάνει από πολύ νωρίς, από τότε που άκουσα το “Tomorrow Never Knows” των Beatles ή το OK Computer των Radiohead ή τον Βραχνό Προφήτη του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οι ήχοι που παράγονται με ηλεκτρονικά μέσα, εν προκειμένω, είναι ιδιαίτερα συναρπαστικοί και εν πολλοίς ανεξάντλητοι, και προσφέρουν μια επιπλέον ηχοχρωματική παλέτα, ιδιαίτερα ευπροσάρμοστη στο όποιο γούστο. Αλλά πράγματι, στους δίσκους μου θέλησα να εμπιστευθώ τον εκάστοτε συνεργάτη μου. Κι έτσι ο πρώτος βγήκε παραπάνω παραδοσιακά κιθαριστικός απ’ ό,τι θα τον έκανα εγώ, κι ο δεύτερος παραπάνω ηλεκτρονικός. Αλλά αυτή είναι, νομίζω, η ουσία της συνεργασίας: να αφήνεις τον άλλον να συμβάλλει ουσιαστικά, να δει το υλικό σου ως (και) δική του υπόθεση. Μόνο έτσι υπάρχουν πιθανότητες να ανέβει επίπεδο το αποτέλεσμα.

Αν κάποιος ήθελε να ακολουθήσει τη νοητή γραμμή που καταλήγει στα τραγούδια σας, ποιους καλλιτέχνες και ποια συγκροτήματα θα του λέγατε να ακούσει; Και τι βρήκατε, και τι εκτιμήσατε στη κάθε «πηγή» σας;

Ήδη ανέφερα τους Beatles, τους Radiohead και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και θα προσέθετα τον Bob Dylan, τους Blur, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Φοίβο Δεληβοριά. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλούς ακόμα και να μιλήσω πολύ για τα προσόντα καθενός. Το βασικότερο ατού όλων, πέραν της ικανότητάς τους στην τραγουδοποιία, είναι, νομίζω, η διάθεσή τους να μην «βολευτούν» στις κατακτήσεις τους και να αναζητήσουν την ανανέωση των εκφραστικών τους μέσων. Να αποδράσουν από τις «παρέες» τους, εν ολίγοις. Αυτό είναι που θαυμάζω και που θα ήθελα να ακολουθήσω.



 


Κοινό στοιχείο και πηγή έμπνευσης των τραγουδιών σας παραμένει μια αίσθηση μελαγχολίας και εσώτερης μοναξιάς - ενδεικτικά, το πρώτο τραγούδι του δίσκου τιτλοφορείται ‘alone again’. Θα ήσασταν διατεθειμένος να ξεφορτωθείτε την μοναχικότητα, αν μπορούσατε, διακινδυνεύοντας όμως έτσι την ίδια σας την τέχνη;

Η μελαγχολία και η μοναξιά νομίζω είχαν να κάνουν κυρίως με την ηλικία και την ψυχοσύνθεσή μου την εποχή που έγραφα τα τραγούδια αυτά. Μιλάμε δηλαδή για τις σκέψεις και τους προβληματισμούς ενός ανθρώπου μεταξύ 20 και 25 ετών. Τώρα γράφω κάπως διαφορετικά. Πάντως δεν παίρνω τον εαυτό μου τόσο πολύ στα σοβαρά ώστε να θεωρώ ότι υπάρχει οτιδήποτε να διακινδυνεύσω. Είμαι ανοιχτός σε προκλήσεις και στο να δοκιμάσω πράγματα και συνεργασίες. Αλλά νομίζω είμαι εκ φύσεως πιο κοντά στη συνθήκη του singer-songwriter, εκείνου δηλαδή που γράφει και τραγουδάει μόνος τα τραγούδια του.

Είναι αλήθεια ότι η αυτή συνθήκη του «τραγουδοποιού» τείνει να παγιωθεί στο ελληνικό τραγούδι. Πώς εξηγείτε αυτή την τάση; Και για σας προσωπικά τι σημαίνει να ερμηνεύετε εσείς τα τραγούδια που γράφετε;

Η συνθήκη του τραγουδοποιού είναι, κατ’ αρχάς, παλιά ιστορία – αρχαία, θα έλεγα. Και στο ελληνικό τραγούδι έχει παγιωθεί, νομίζω, από την δεκαετία του 1980. Ως τάση θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Θα μπορούσε, π.χ., κάποιος να πει ότι έχει να κάνει και με την «εποχή του ατομισμού». Εκτός αυτού, όταν κανείς θέλει να βάλει στην τέχνη του τον εαυτό του, να την χρησιμοποιήσει, δηλαδή, ως εργαλείο εξομολογητικό και επικοινωνιακό, και όχι απλώς για να φτιάξει κάτι όμορφο που θα αρέσει στους άλλους, είναι επόμενο να μην θέλει να «νερώσει» την προσωπική ματιά του στο πρωτογενές υλικό με κάτι εξωγενές. Με την ευκαιρία, προτείνω ένα σχετικό βιβλίο (δυστυχώς υπάρχει μόνο στα αγγλικά, απ’ όσο ξέρω), το οποίο ρίχνει φως στο όλο θέμα και έχει ιδιαίτερα ταιριαστό υπότιτλο: Dark Mirror: The Pathology Of The Singer-Songwriter. Σε ό,τι με αφορά, το να τραγουδάω είναι κάτι που κάνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και είναι κάτι απίστευτα θεραπευτικό και αναζωογονητικό για μένα. Όταν συνδυάζεται και με ένα απόλυτα δικό μου γλωσσικό και μουσικό κείμενο, αποκτά ακόμα μεγαλύτερο νόημα: γίνεται ένα εργαλείο αυτο-ψυχανάλυσης, κατά κάποιον τρόπο. Φυσικά, δεν δηλώνω τραγουδιστής και γνωρίζω τους φωνητικούς περιορισμούς μου. Έτερον εκάτερον.

Εκτός από την καλλιτεχνική σας ιδιότητα, δραστηριοποιήστε και στον χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας και της ραδιοφωνικής παραγωγής. Η δημιουργία μουσικής μπορεί να συνυπάρξει με τη δημιουργία λόγου περί μουσικής, ή υπάρχει ένταση μεταξύ τους;

Μπορούν να συνυπάρξουν αυτά τα δύο, το έχει αποδείξει αυτό το πλήθος των αντίστοιχων περιπτώσεων. Ενδεικτικά αναφέρω τον Robert Schumann, πολύ επιδραστικό συνθέτη, που ήταν και σημαντικός κριτικός. Αλλά και η ένταση που αναφέρετε, υπάρχει. Στην δική μου περίπτωση, αυτή μεταφράζεται σε μια αδυναμία να κάνω και τα δύο ταυτόχρονα. Όταν, δηλαδή, φτιάχνω τραγούδια, η διάθεσή μου για την δισκοκριτική εξασθενεί – και το αντίστροφο. Σιγά-σιγά καταφέρνω να τα ισορροπώ, πάντως. Ή έτσι νομίζω...

Πιο απλά και πρακτικά, πώς διαχειρίζεστε π.χ. μια συνέντευξη ή μια δισκοπαρουσίαση κάποιου που μπορεί να είναι μελλοντικός συνεργάτης σας ή παλαιός φίλος, ή απλά συνάδελφος και συνοδοιπόρος σας;

Όποτε είναι δυνατόν, αποφεύγω να κριτικάρω δουλειές φίλων ή συνεργατών. Στην περίπτωση που χρειαστεί, τους αντιμετωπίζω όπως τον οποιονδήποτε – νομίζω ότι έχω τον τρόπο να το καταφέρνω αυτό. Οι συνεντεύξεις, από την άλλη, είναι πιο απλή και ανώδυνη διαδικασία, αλλά κι εκεί πρέπει να κρατώνται κάποιες ισορροπίες. Πάντως, θεωρώ ότι είναι λάθος η άποψη ότι αν γνωρίζεσαι με κάποιον δεν μπορείς να είσαι έντιμος όταν τον κριτικάρεις. Απλώς είναι τόσα πολλά τα παραδείγματα γραφιάδων που «την είδαν» παραγοντίσκοι και αυλικοί, ή κατακεραυνωτές από την άλλη, ώστε έχει χαθεί λίγο η μπάλα και το μέτρο. Αυτό, όμως, νομίζω είχε να κάνει με το ήθος τους και τις αχόρταγες φιλοδοξίες τους, κι όχι απαραίτητα με το αν γνώριζαν ή όχι τον καλλιτέχνη για τον οποίο έγραφαν.

Σαν μουσικοκριτικός, λοιπόν, πώς θα περιγράφατε και πώς θα αξιολογούσατε την κατάσταση της μουσικής στην Ελλάδα το 2016; Ποιες είναι οι βασικές τάσεις;

Κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση, από την άποψη της δημιουργικότητας, είναι πολύ καλή. Σίγουρα υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα που έφερε – και άλλα που επιδείνωσε – η κρίση. Και σίγουρα η ηχητική φρεσκάδα και πολυχρωμία που εισήγαγε η αγγλόφωνη σκηνή δεν έχει μεταφραστεί ακόμα σε πολλούς σπουδαίους δίσκους. Αλλά υπάρχει πράγμα που κοχλάζει, νομίζω. Σε ό,τι αφορά τις τάσεις, νομίζω ότι τα πλέον ενδιαφέροντα και ζωντανά πράγματα έχει κανείς περισσότερες πιθανότητες να τα βρει στις παρυφές του mainstream – είτε μιλάμε για τζαζ, είτε για hip-hop, είτε για metal.

Κι αν σας ζητούσε κάποιος να του πείτε τις 5-10 καλύτερες νέες δουλειές των τελευταίων 2-3 χρόνων, ποιες θα ήταν αυτές; Τι πρόσφατο σας συγκίνησε;

Από πρόσφατες κυκλοφορίες, θα ανέφερα τα άλμπουμ 38τ.μ. του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη και Το Καλοκαίρι Του Άχυρου του Δημήτρη Βεριώνη. Και η Βαβέλ της Νατάσσας Μποφίλιου έχει κάποια πολύ ωραία τραγούδια. Ο Νέγρος Του Μοριά, επίσης, σέρβιρε μια ενδιαφέρουσα hip-hop πρόταση με το Ακούγοντας Και Μαθαίνοντας. Από τις δύο προηγούμενες χρονιές, θα προσέθετα τα άλμπουμ: Πλανωδία του Σείριου Σαββαΐδη, Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη του Λάμπρου Παπαλέξη, Γιάν Βαν του Jan Van De Engel, Θα Το ‘Κανα Ξανά του Ορέστη Ντάντου, Η Επόμενη Μέρα των Λάμδα, Άλφα Ζεύγος του Νίκου Χαλβατζή, Αισθηματική Ηλικία του Δημήτρη Μαραμή, Once Part Of A Whole Ship των Egg Hell... Είναι σίγουρο ότι αφήνω πάρα πολλά απ’ έξω...

Ένα παιδάκι στο εξώφυλλο, ένας ώριμος κύριος στο οπισθόφυλλο. Ποιο από τα δύο υπήρξε κρισιμότερο αίτημα για σας: η παιδικότητα ή η ωριμότητα, εν τέλει;

Νομίζω ότι αυτό που θα ήθελα είναι κομματάκι κλισέ: να ωριμάζω, χωρίς να χάσω τον παιδικό ενθουσιασμό μου για τα πράγματα που αγαπώ και για εκείνα τα ωραία που θα ανακαλύψω στον δρόμο.

‘black rain’s gonna make a mess, ain’t no kind of blessing or curse’. Δεν είναι ευλογία, δεν είναι κατάρα, τι είναι τελικά κύριε Τσαντίλα αυτή η μαύρη βροχή που έρχεται - αν δεν είναι ήδη εδώ;

Πολύ θα ήθελα να πω ότι το τραγούδι αυτό γράφτηκε με το μυαλό στην Χρυσή Αυγή και στην άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και αλλού... Δυστυχώς το έφτιαξα τόσο παλιά που δεν μπορώ πια να είμαι σίγουρος για την αφορμή και το νόημά του. Φυσικά μπορεί κανείς να το αναγνώσει όπως θέλει. Πάντως, η «μαύρη βροχή» δεν έρχεται, είναι ήδη εδώ και μας έχει κάνει τόσο μούσκεμα, που πλέον την έχουμε συνηθίσει, φοβάμαι...

Θα συστήνατε κάποια ομπρέλα να προφυλαχθούμε; Ή μήπως να βραχούμε ελεύθερα;

Μιλώντας γενικά και όχι ειδικά, θα έλεγα να βραχούμε, να λερώσουμε τα χέρια μας, να τολμήσουμε, να παλέψουμε, να δοκιμάσουμε, να οραματιστούμε – ως πρόσωπα και ως κοινωνία. Αλλά δεν αισιοδοξώ ιδιαίτερα ότι αυτό θα κάνουμε τελικά.

Τα τέσσερα τραγούδια του ‘What you see is just a lie’ θα πολλαπλασιαστούν σύντομα; Τι ετοιμάζετε για τα επόμενα, δισκογραφικά και άλλα;

Σίγουρα θα πολλαπλασιαστούν, αφού υπάρχουν ήδη πολλά τραγούδια στο συρτάρι, και άλλα που γράφονται αυτό τον καιρό. Το «σύντομα» βέβαια είναι κάτι σχετικό και σε κάθε περίπτωση αβέβαιο. Καλά να είμαστε, να κάνουμε τη «δουλειά» σωστά – όπως τη θέλουμε δηλαδή. Κι ας αργήσουμε.


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΖΑΣ ΚΩΧ ΞΕΚΙΝΑ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ





ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΞΕΚΙΝΑΜΕ το ΣΑΒΒΑΤΟ 1η ΟΚΤΩΒΡΗ και σας περιμένουμε!

Το Βιωματικό Μουσικό Εργαστήρι μας, που φέτος γιορτάζει τα 20 χρόνια λειτουργίας του και βρίσκεται στην όμορφη περιοχή της Ακρόπολης, ανοίγει την αγκαλιά του και σας περιμένει για μια ακόμα δημιουργική μουσική χρονιά. 

Απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας: Στα δυο βασικά του επίπεδα συμμετέχουν παιδιά τεσσάρων (4) έως έξι (6) ετών, ενώ από το 2015, ξεκίνησε να λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία και η Μουσική Ομάδα μικρότερων παιδιών ηλικίας 3 έως 4 ετών. Στις μουσικές μας συναντήσεις, τα παιδιά μας ασκούνται, στη συνειδητή ακρόαση του ήχου, στη σωστή άρθρωση του λόγου, στη διαφραγματική αναπνοή, στα μουσικά διαστήματα με «σολφέζ στον αέρα» και στη μουσικοθεατρική κίνηση και έκφραση. Η άμεση επαφή τους με τα παραδοσιακά όργανα, τα παιχνιδοτράγουδα και το παραδοσιακό τραγούδι, βοηθά τα παιδιά να ανακαλύψουν τη σημασία του ρυθμού στη μουσική, στο λόγο και στην κίνηση. Μετά τα 6 τους χρόνια, τα παιδιά μπορούν να συνεχίσουν τη φοίτησή τους στο Κέντρο μας, με τη συμμετοχή τους στην Ομάδα Παιδικού Τραγουδιού, όπου βιώνουν τη μουσική μέσα από την ελευθερία, αλλά και την συνεργατικότητα της ομαδικής δημιουργικής έκφρασης, πάντα με επίκεντρο την ψυχοσύνθεση καθενός ατομικά, αλλά και ως μέλους της ομάδας.

Η Μαρίζα Κωχ είναι η υπεύθυνη και η δημιουργός του Κέντρου Βιωματικής Μουσικής, Κίνησης & Λόγου, όπως και της επιλογής των μεθόδων που εφαρμόζονται σε αυτό. Πλαισιώνεται από μουσικοπαιδαγωγούς, μουσικούς παραδοσιακών οργάνων και ηθοποιούς, που συνεργάζονται μαζί της επί σειρά ετών και μαζί μεταφέρουν στα παιδιά, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, τη βιωματική μουσική γνώση.

Πληροφορίες – εγγραφές: τηλ. 210.9227687
ώρες επικοινωνίας: 11.00 π.μ. – 3.00 μ.μ. Email: marizakoch@yahoo.gr
Επίσημη ιστοσελίδα: www.marizakoch.gr

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ




Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

του Θεόδωρου Σταυρόπουλου*


Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι τέχνες έχουν μετατραπεί -όπως και το κάθε τί- σε προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, η αντίληψη του μέσου νου για τη μουσική έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να την αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο που ένα ζώο αντιλαμβάνεται κάποιον περίεργο ήχο: όταν λέμε «μου αρέσει το τάδε κομμάτι ή το δείνα τραγούδι» στ’ αλήθεια δεν εκφέρουμε κρίση μετά γνώσεως περί της ουσίας αλλά απλοϊκά εννοούμε ότι η τάδε μελωδία, η ερμηνεία του τραγουδιστή ή, έστω, οι στίχοι μας προκαλούν κάποιου είδους ήδυσμα που, τις περισσότερες φορές, δεν μπορούμε καν να προσδιορίσουμε.

Εάν όμως κανείς μεριάσει τα πέπλα και εισχωρήσει στο άδυτο του ιερού της μουσικής θ’ ανακαλύψει πως δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική της οποίας σκοπός είναι να τέρπει το ανθρώπινο αυτί. Ο εγρήγορος αναζητητής θα βρει εκεί έναν μικρόκοσμο γεμάτο θαυμαστά μυστήρια, μια τέλεια μαθηματική αρμονία που διέπεται από την αυστηρή τάξη του απείρου των αριθμών. Η αισθητική απόλαυση που προκαλεί η μουσική σε όλους ανεξαιρέτως δεν είναι τόσο ο στόχος της όσο το φυσικό αποτέλεσμα που απορρέει από την τήρηση (εκούσια ή ακούσια, ανάλογα με την γνώση του μουσικού) καθαρά μαθηματικών λόγων.

Σύμφωνα με τις αρχαιότερες παραδόσεις που χάνονται στο λυκόφως των αιώνων και σήμερα επιβιώνουν στην ετυμολογία της λέξης «μουσική», οι Μούσες ήταν εκείνες που γέννησαν αυτό το αρμονικό σύμπαν που οι άνθρωποι «βλέπουν με τ’ αυτιά τους». Κόρες της Μνημοσύνης (του συλλογικού ασυνειδήτου δηλαδή, για να δανειστούμε την ορολογία του Γιούνγκ) και του Απόλλωνα (του θεϊκού φωτός, αυτού που σήμερα ονομάζουμε «έμπνευση»), οι Μούσες αποτελούν μια κωδικοποιημένη εξήγηση της άνωθεν προέλευσης της μουσικής.

Το να αγαπά κανείς την μουσική και να τέρπεται από αυτή είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό και μια ένδειξη νοημοσύνης. Ο Πλούταρχος γράφει πως στην Ελλάδα της εποχής του υπήρχε άγραφος νόμος μεταξύ των ψαράδων να μην σκοτώνουν τα δελφίνια γιατί, απ’ όλα τα πλάσματα της θάλασσας, εκείνα μονάχα έδειχναν να λατρεύουν τον ήχο του αυλού και του τυμπάνου που έδινε το ρυθμό στους κωπηλάτες των καραβιών κι έτσι τα θεωρούσαν όντα με ψυχή κοντά σ’ εκείνη του ανθρώπου.

Πρώτος ο Πυθαγόρας διακήρυξε ότι «ο Θεός είναι αριθμός», θέλοντας να τονίσει την μαθηματική δομή ολόκληρης της κτίσεως και του σύμπαντος κόσμου – κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και η σύγχρονη κοσμολογία. Παράλληλα, οι Πυθαγόρειοι πίστευαν στην ύπαρξης της musica universalis, μιας «παγκόσμιας μουσικής», την οποία ονόμαζαν και «αρμονία των ουρανίων σφαιρών». Σύμφωνα μ’ αυτή την θέαση, η οποία πάντρευε σε ίσα μέρη τον δογματισμό του μύστη, τις αυστηρές μετρήσεις του μαθηματικού και την διαίσθηση του καλλιτέχνη, ο κάθε πλανήτης, καθώς κινούταν στην τροχιά του, παρήγαγε μια συγκεκριμένη αρμονική νότα. Οι Πυθαγόρειοι υποστήριζαν πως όλες οι αρμονικές των πλανητών συνδυάζονταν σε μια ουράνια μουσική σύνθεση την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να ακούσει εάν παρέμενε αρκετά σιωπηλός και προσηλωμένος στην εσωτερική αναζήτηση των ουρανίων πραγμάτων.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι στο διάστημα δεν υπάρχει ήχος, τουλάχιστον σε μορφή που να τον αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα αισθητήρια. Παρ’ όλα αυτά όλοι θυμόμαστε ότι το 2013, το σκάφος Voyager 1 το οποίο ύστερα από 36 χρόνια περιπλάνησης πέρασε τα «σύνορα» του ηλιακού μας συστήματος και μετέδωσε στη Γη τη «μουσική» του εξώτερου διαστήματος: τα όργανα του σκάφους κατέγραψαν τη συχνότητα δονήσεως σε πυκνά νεφών πλάσματος και ιονισμένων αερίων και στη συνέχεια την μετέφρασαν σε αρμονικές νότες.

Οποιοσδήποτε μαθηματικός λόγος μπορεί να μετατραπεί σε μουσική και οποιαδήποτε μουσική μπορεί να μεταφραστεί σε μαθηματικό λόγο. Ο Κάρλ Σέιγκαν είχε υποστηρίξει πως τα μαθηματικά είναι η μόνη «συμπαντική γλώσσα»· ταυτόχρονα, όμως, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η μουσική αποτελεί μια κοσμική lingua franca, καθώς, στην ουσία τους, μαθηματικά και μουσική είναι ένα και το αυτό;

Ίσως κανείς σκεφτεί πως όλα αυτά είναι άσκοπες λεπτολογίες και μάταιες απόπειρες διύλισης του κώνωπα. Ίσως οι περισσότεροι να αρκούνται στην επιφανειακή τέρψη που τους χαρίζει η μουσική. Μήπως, όμως, αυτή η τέρψη δεν είναι παρά ένα κάλεσμα, ένα δόλωμα των αισθήσεων, για να ερευνήσουμε βαθύτερα τα μαγευτικά μυστήρια της μουσικής και να έρθουμε πιο κοντά στην πηγή της, η οποία δεν είναι άλλη από τα μαθηματικά – τους αριθμούς δηλαδή. Και τί είναι οι αριθμοί αν όχι το αλφάβητο του βιβλίου όλης της δημιουργίας που μας περιβάλλει; Άλλωστε, κανείς έχει να κερδίσει πολλά από ένα τέτοιο ταξίδι: σύμφωνα με τον Σέξτο τον Πυθαγόρειο, «ο υγιής νους είναι μια θεϊκή χορωδία»· και ποιος δεν θα ήθελε έστω να προσπαθήσει ν’ αφουγκραστεί το σαγηνευτικό της κρεσέντο;

*Ο Θεόδωρος Σταυρόπουλος διδάσκει Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΣ: "Μ' ΕΝΑ ΚΥΜΒΑΛΟ ...ΑΛΑΛΑΖΟΝ;" (12)




Σπούδασα 5 μήνες στο Ωδείο Αθηνών με τον Νίκο Κορατζίνο, για μένα υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος, έκανα και 10 μαθήματα ιδιαίτερα στο Τορόντο του Καναδά που ήμουν μετανάστης - η άλλη πτυχή της πολυτάραχης αυτοσχεδιαστικής ζωής μου. Έχω κάνει και 10 μαθήματα ιδιαίτερα θεωρητικών.

Ποτέ δεν μελέτησα παρόλο που δεν είμαι ενάντια στην τεχνική κατάρτιση που επιβάλλεται να έχει ο καλλιτέχνης για να μπορεί να ψάχνει, σε δρόμους που διαφορετικά θα του έμεναν άγνωστοι. Είναι σημαντικό σαφώς να μάθει κάποιος να αναπτύσσει κάθε φορά τα εκφραστικά του μέσα, να μελετάει, όσο γίνεται πιο μεθοδικά και ουσιαστικά.

Παρόλα αυτά έχω μελετήσει εντατικά περίπου 3 μήνες στα 35 χρόνια. Από τις πιο αυστηρές περιόδους μελέτης ήταν όταν ο πρώτος δάσκαλος που είχα στα ντραμς μου έβαζε ασκήσεις και με κλείδωνε στην τουαλέτα για να μελετήσω με τις ώρες.

Επίσης έχω κάνει 10 μαθήματα μπάσου, μερικά μαθήματα ακορντεόν (το πιο όμορφο όργανο για μένα),και σε αυτή τη περίπτωση ο δάσκαλος μου με κλείδωνε στην αποθήκη για να μελετήσω και με έβγαζε μετά από 2 ώρες. Όλο κάπου με κλειδώνανε δεν έμαθα ποτέ μέχρι σήμερα γιατί. Βέβαια και που με κλείδωναν δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα. Ούτε ντράμερ! Έγινα, ούτε ακορντεονίστας. Επίσης έκανα και μερικά μαθήματα ξυλόφωνο και βιμπράφωνο.

Ποτέ δεν έμαθα τι είναι τα rudiments, τα paradidles, τα syncopation κλπ. Δεν ήξερα καν πώς ονομάζονται οι τύποι δερμάτων για τα τύμπανα, τι σημαίνει funkfussion – κ.α. πώς ονομάζονται οι διάφορες τεχνικές. Όταν οι άλλοι μιλούσαν για αυτά μου φαίνονταν κινέζικα, και ακόμα κινέζικα μου φαίνονται.

Τι ήξερα;
Ήξερα πως αναπνέουν τα τύμπανα, ήξερα τι συναισθήματα έβγαζε και βγάζει ο κάθε ήχος τον οποίο μετέφραζα σε χρώμα. Ήξερα την τελευταία λεπτομέρεια του ηχοχρώματος που έβγαζε κάθε πιατίνι όταν το ακουμπούσα με τα δάχτυλα ή όταν το χτυπούσα με κάποιο αντικείμενο. Ένιωθα πως πάλλεται η μπαγκέτα στα χέρια μου όταν έπαιζα μια μελωδία ή ένα σκληρό ρυθμικό σχήμα. Πάντως έμαθα σιγά – σιγά και να διαβάζω.

Για πολλούς <φίλους> δεν είμαι μουσικός. Ίσως να έχουν δίκιο γιατί με την τρέχουσα έννοια δεν υπήρξα ποτέ. Έχει όμως καμία σχέση η τρέχουσα έννοια των πραγμάτων κάθε φορά με τα ίδια τα πράγματα και την αξία τους; Για μένα η τέχνη είναι ένα παιχνίδι ψυχής, είναι ευαισθησία και εγώ με την μουσική κάνω την πλάκα μου προσπαθώντας να περάσω καλά.

Δεν έκανα ποτέ την «δουλειά μου» γιατί έπρεπε να την κάνω. Κακό για μια δεδομένη κοινωνική και επαγγελματική λογική, καλό για μια άλλη λογική. Εγώ αυτό το λέω δημιουργική στάση ζωής.

Είμαι επαγγελματίας μουσικός, μα πάνω από το επάγγελμα και τις οικονομικές συμφωνίες έβαζα και βάζω πρώτα τη ψυχή και μετά όλα τα άλλα.

Είναι κάτι που προσπαθώ και ελπίζω όχι μάταια να μεταδώσω σαν αξία ζωής στους μαθητές μου, στα νέα παιδιά που τα έχουμε αγχώσει και τα έχουμε εγκλωβίσει με αυτή τη κυρίαρχη αντίληψη με τα χιλιάδες πτυχία, διπλώματα, που αντιστοιχούν σε στείρες γνώσεις και χωρίς οράματα για τη ζωή. Που έχει γίνει στόχος η γρήγορη ανάδειξη με πολλά λεφτά. Θεωρώ πολύ πιο σημαντικό να γεμίζεις τη ψυχή σου με ομορφιά παρά τη τσέπη σου με χρήματα. Εάν κάποιος κάνει μια κακή παράσταση και νιώσει αυτό το κενό στη ψυχή και αυτή την άσχημη γεύση που αφήνει η μη επικοινωνία με το κοινό δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσει καλύτερα από μια καλή αμοιβή. Δεν μπορούν τα χρήματα να γεμίσουν το κενό της ψυχής. Χρόνια τώρα γυρνάω όλη την Ελλάδα και επικοινωνώ με παιδιά. Παίζω μαζί τους, συζητάω, τους μαθαίνω, και μαθαίνω, συνυπάρχω, δημιουργώ μαζί τους. Με παιδιά από 4 μέχρι 17 ετών.

Λέω λοιπόν ότι η μεγαλύτερη αμοιβή είναι όταν ένα παιδί 4 ετών σε παίρνει αγκαλιά και σου δίνει ένα αυθόρμητο φιλί, όταν ένα παιδί 12 ετών ξυπνάει στις 7 το πρωί για να προλάβει να σε δει πριν φύγεις και να σου εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για ότι του πρόσφερες, όταν μικρά παιδιά θυμούνται τα γενέθλια σου και σε παίρνουν τηλέφωνο για τα χρόνια πολλά, όταν ένα παιδί 10 ετών σου εκφράζει τα συναισθήματα του με ένα απλό ευχαριστώ, όταν ακούς κουβέντες όπως <<σε ευχαριστώ που άγγιξες τη ψυχή μου>>.

Υπάρχει οικονομική αμοιβή που να μπορεί να αντικαταστήσει τα παραπάνω; Πόσο κοστολογούνται;

Αυτή είναι η στάση ζωής μου. Έτσι έμαθα να ζω. Και έχω ζήσει τόσο έντονα τέτοιες καταστάσεις και τόσες φορές που νιώθω πραγματικά πολύ γεμάτος.

Αυτή ακριβώς στάση ζωής και πράξης άλλοι συνάδελφοι τη μεταφράζουν σε μουσική ανασφάλεια και μάλλον ακόμα χειρότερα σε άγνοια…. Ο καθένας αποδεικνύει τα πάντα στη ζωή.

<<Όλοι είμαστε μέσα στο βούρκο αλλά κάποιοι κοιτάνε τα αστέρια.>> Εγώ έχω αποδείξει με τη στάση μου όχι σαν άρνηση των άλλων αλλά σαν μια δημιουργική θέση σα θετική στάση αυτά που πιστεύω. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του και ζει με αυτές, με ότι σημαίνει αυτό.
Βέβαια όταν ακολουθείς μοναχικό δρόμο έχεις συνέπειες, αν όμως αυτά που κάνεις είναι επιλογή σου δεν διαμαρτύρεσαι αλλά τα υπερασπίζεσαι μέχρι το τέλος.

Είχα πάντα το θάρρος της υπεράσπισης των επιλογών μου, δεν υπήρξα ευθυνόφοβος, δεν βολεύτηκα με αυτό που είχα διαμορφώσει.

Ήρθε η στιγμή που είπα όχι σε δουλειές, στούντιο, παιξίματα σε είδη μουσικής που δεν τα κατείχα. Δεν έκανα τον επαγγελματία με ημιμάθεια. Όταν με καλούσαν να παίξω ξεκαθάριζα πάντα ότι εάν θέλετε τον Τουλιάτο με το ύφος του και το στυλ του ναι, εάν θέλετε έναν ντράμερ ή κρουστό υπάρχουν άλλοι που το κάνουν καλύτερα από μένα.

Όταν είχα κάνει όνομα σαν αυτοσχεδιαστής άρχισα να ανησυχώ μήπως απλώς ήμουν μονόφθαλμος σε κοινό τυφλών.

Και έτσι κάλεσα τον GUNTER ‘’BABYSOMMER μεγάλο μουσικό της σύγχρονης αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής στα κρουστά να παίξουμε μαζί, μουσικό του ίδιου οργάνου για να δω αν ανταποκρίνομαι πραγματικά σε αυτόν τον χώρο. Εάν έχουν ενδιαφέρον αυτά που κάνω. Οργάνωσα μια συναυλία στην Κέρκυρα όταν ήμουν συμβασιούχος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και παίξαμε μαζί. Τον είχα δει στην Θεσσαλονίκη είχα συμμετάσχει σε εργαστήρι δικό του, τον άκουγα σε δίσκους που είχα αγοράσει στο ΑΝ. ΒΕΡΟΛΙΝΟ που πήγαινα για 10 χρόνια σε φεστιβάλ. Με έχει επηρεάσει πολύ σαν μουσικός.

Ποιος είναι;
O GUNTER ‘’Baby’’ SOMMER, για όσους δεν τον γνωρίζουν, πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς στα κρουστά. Ένας μουσικός που ξεπέρασε τον ρόλο της απλής συνοδείας και ανέδειξε το ντραμς σετ σε μελωδικό και σε πολλές περιπτώσεις σε αρμονικό όργανο. Χρησιμοποιεί όργανα γνωστά, όργανα ιδιοκατασκευής, αντικείμενα κ.α. έχει κατασκευάσει ένα σετ δικής του επινόησης σε ένα πραγματικά εκπληκτικό συνδυασμό των παραπάνω οργάνων δημιουργώντας ένα μουσικό και ηχητικό αποτέλεσμα που λειτουργεί έξω από κάθε γνωστό και καθιερωμένο άκουσμα. Ένα ηχοχρωματικό ταξίδι που το σημαντικό είναι η ίδια η διαδικασία το παιχνίδι με το κοινό όσο και με τα ίδια τα κρουστά του. Συν – ομιλεί με τα κρουστά τα ακούει προσεκτικά τι έχουν να πουν, παρατηρεί τις αντιδράσεις και παίζει μαζί τους. Κυριολεκτικά μιλάει με τα κρουστά. Όταν τον βλέπω να παίζει, είμαι σίγουρος ότι τα κρουστά του μιλάνε. (μπορεί ο καθένας εξάλλου να το παρατηρήσει στο ύφος του).

Χαμογελάει, θυμώνει, σκέφτεται, κάθε ήχος πριν αποκαλυφθεί έχει διαπεράσει το σώμα του και στο τέλος εμφανίζεται με καθαρότητα, και απόλυτη σιγουριά έτσι που δεν σηκώνει αμφιβολία. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς.

Ο Sommer αυτό που έχει να πει όταν παίζει είναι ξεκάθαρο, είτε η διαδικασία είναι ελεγχόμενου αυτοσχεδιασμού είτε απόλυτα ελεύθερου.

Πάντα μου έκανε εντύπωση (και όταν τον άκουσα πρώτη φορά, αλλά και όταν παίζουμε μαζί) ο απόλυτος ήχος του. Πως μπορεί να βγάζει τόση λυρικότητα, με τόσο στιβαρό χτύπημα αλλά και απίστευτη ένταση και επιθετικότητα, ή με τρυφερότητα ένα τρόπο τόσο χαλαρό που θυμίζει χορευτή.

Ο τρόπος που χειρίζεται τα κρουστά του είναι μοναδικός, ακούγοντας τον από παλιά στην δισκογραφία του ο ήχος μοιάζει σαν να παράγεται από ομάδα κρουστών και όχι από έναν άνθρωπο. Εάν δεν τον γνώριζα θα ήμουν σίγουρος ότι είναι έτσι. Πετάγεται από την μία άκρη στην άλλη τρέχει παίζει ένα ρυθμό στα χέρια, με τα πόδια χρησιμοποιεί καραμούζες με τον αγκώνα χτυπάει το gong και όλα αυτά με ένα μαγικό τρόπο.

Η σκηνική του παρουσία είναι απολαυστική, με δυνατό και πηγαίο χιούμορ, ή με τρυφερότητα και συγκίνηση μπορεί να δημιουργήσει καταπληκτικές μουσικές εικόνες, παρασύροντας το κοινό.

Ο GUNTER SOMMER όταν είναι στην σκηνή γίνεται ένα σώμα με τα όργανα, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος οδηγεί ποιόν, είναι τόσο άμεσος ο διάλογος μεταξύ τους που αγγίζει τα όρια της ερωτικής σχέσης που έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά γιατί θα χανόταν η μεταξύ τους μαγική συνύπαρξη, και επικοινωνία.

Ο SOMMER είναι πρωτοπόρος και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου όπως πολλές φορές συνηθίζουμε να λέμε. Είναι πρωτοπόρος γιατί άνοιξε δρόμους στον τρόπο αντιμετώπισης των κρουστών οργάνων. Ξεκινώντας από το κλασικό ντραμς σετ και προσθέτοντας διάφορα καινούργια ηχοχρώματα, δημιούργησε ένα άλλο τρόπο σκέψης στο παίξιμο.

Κατάφερε από όργανα που από μόνα τους δεν έχουν μελωδία, να παίξει μελωδίες, να γεννήσει συναισθήματα λύπης, και χαράς, κατάφερε να παίξει ακόμη και αρμονίες χρησιμοποιώντας ανάλογα τους ήχους του και σε κάποιες περιπτώσεις προσθέτοντας και την φωνή του.

Ο SOMMER ξεκίνησε από τον χώρο της σύγχρονης jazz, (είναι από την λαϊκή δημοκρατία της Γερμανίας όπου η σκηνή της σύγχρονης jazz ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη) έχει δεδομένη την γνώση και την τεχνική στα κρουστά, με αποτέλεσμα να μπορεί να κινηθεί στους δρόμους του αυτοσχεδιασμού με απόλυτη άνεση. Με την μουσικότητα, και την απεριόριστη φαντασία που διαθέτει ανοίγει νέους δρόμους στο παίξιμο αλλά και στην ίδια τη διαδικασία του αυτοσχεδιασμού, και όταν παίζει με άλλους μουσικούς, και όταν παίζει
μόνος του. Στην σόλο δισκογραφία του παίζει συνθέσεις δικές του.

Η δισκογραφία του SOMMER αποτέλεσε για μένα το πρώτο ερέθισμα να μετατρέψω τη μουσική, σε περιπέτεια, να ανοίξω το μυαλό μου να γνωρίσω τα όργανα που μέχρι τότε νόμιζα ότι ήξερα, να μάθω να τους μιλάω και το κυριότερο να μάθω να τα ακούω.

Ανακάλυψα τη γοητεία του απρόοπτου όταν βρίσκομαι στη σκηνή και έμαθα να εκτίθεμαι μπροστά στο κοινό να το κοιτάω στα μάτια να αφουγκράζομαι τις διαθέσεις του και να δημιουργώ να ανακαλύπτω τον τρόπο τις επικοινωνίας μου μαζί τους.

Ο SOMMER με έκανε να νιώσω ότι τα κρουστά δεν είναι αυτό που είχα γνωρίσει μέχρι εκείνη την στιγμή, αλλά κάτι άλλο μαγικό που έπρεπε να ανακαλύψω.

Αυτόν λοιπόν τον μουσικό κάλεσα για να δοκιμασθώ. Την ώρα της συναυλίας αισθάνθηκα το μέγεθος που δεν είχα, την δειλία στον ήχο, στέρεψα από ιδέες αλλά ανταποκρίθηκα, κατάλαβα, και βέβαια προχώρησα. Υπάρχει στο cd μου με τίτλο DUΟS ένα κομμάτι με τον SOMMER από αυτήν τη συναυλία.

Το αστείο είναι ότι μετά από χρόνια που γίναμε φίλοι μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήδη με γνώριζε και ήθελε να παίξει μαζί μου. Ήμουν ήδη γνωστός σαν αυτοσχεδιαστής στην Γερμανία.

Νίκος Τουλιάτος

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΠΑΤΙΝΑΖ ΣΤΟ ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ



Μην παρασύρεστε από τον πάγο που αναφέρει δις ο Κακίσης, το τραγούδι ανήκει στο καλοκαίρι και η προσταγή του για στροβίλισμα και παιχνίδι είναι επίμονα αυγουστιάτικη. Το κλειδί: η μετάβαση από τον δεύτερο ενικό ("Τι περιμένεις; Φόρεσε τα κόκκινα πατίνια!") στον δεύτερο πληθυντικό ("Στροβιλιστείτε, παίζετε σαν τρυφερά δελφίνια"). Εκεί ο στόχος, κάτω από τόνους αντηλιακού και μοχίτο.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ: "Η ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ"

Ένα βαρυσήμαντο κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη από την έκδοση Master Class - Μισός Αιώνας Έλληνες Κιθαριστές (2005, Eros Music), το οποίο ευγενικά μας παραχώρησε ο ίδιος. Η παρούσα είναι και η τελική, αναθεωρημένη εκδοχή του κειμένου. Ευχαριστώ θερμά τον κορυφαίο μας μουσικοκριτικό, και καλό κιθαριστικό καλοκαίρι σε όλους.
ηρ.οικ.






Η ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Η κιθάρα υπήρξε κυρίαρχο όργανο στην αρχαία Ελλάδα. Η μορφή της βεβαίως ήταν εμφανώς διαφορετική από τη μορφή της σύγχρονης κιθάρας. Ωστόσο παρά το ότι στη σύγχρονη εποχή η κιθάρα δεν είναι το εθνικό μουσικό όργανο των Ελλήνων, είναι αναμφίβολα το πλέον αγαπητό τους. Η σχέση του Έλληνα με την κιθάρα ήταν ανέκαθεν σχέση αγάπης, αφού το μουσικό αυτό όργανο είναι απόλυτα ταιριαστό με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία του. Ο σύγχρονος Έλληνας βρήκε σε αυτήν έναν πιστό μουσικό σύντροφο, αλλά και ένα ιδανικό μέσο έκφρασης. Μέχρι όμως να απαλλαγεί η κιθάρα από συμπλεγματικούς χαρακτηρισμούς του τύπου «λαϊκό όργανο» ή «όργανο συνοδείας» πέρασε από σαράντα κύματα. Στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζεται ως όργανο απαραίτητο τόσο στην επτανησιακή νυκτωδία όσο και στην αθηναϊκή καντάδα. Αλλά και στ’ αντίπερα του Αιγαίου ο ήχος της εμπλουτίζει το Σμυρναίικο Τραγούδι, που υπήρξε ο πρόδρομος του ρεμπέτικου, και δεν λείπει από τις περίφημες Εστουδιαντίνες της Σμύρνης και της Πόλης. Στο πρώιμο ρεμπέτικο συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τα εξ ανατολής έγχορδα, ενώ δεν είναι λίγοι οι αφοσιωμένοι σε αυτήν ρεμπέτες (όπως, λόγου χάριν, ο περίφημος Γιώργος Κατσαρός [Θεολογίτης] [1888 – 1997]). Απαραίτητη είναι και στις διάφορες μαντολινάτες και στο ελαφρό και στο λαϊκό τραγούδι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η κιθάρα λειτουργεί ως όργανο ρυθμού και συνοδείας, εξ ου και η … κακή φήμη της.

Ως λόγιο ή συναυλιακό όργανο είναι μάλλον ανύπαρκτο στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Διδάσκεται περίπου … παράνομα με ανορθόδοξες τεχνικές που αποσκοπούν στη δημιουργία κιθαρωδών-συνοδών παρά σολίστ. Ελάχιστοι οι δάσκαλοι του τότε (μνημονεύουμε ενδεικτικά τον Νίκο Ιωάννου και τον Νίκο Πατρώνα) και με ήσσονος σημασίας έργο. Ωστόσο πριν από το 1950 πέρασαν τη μουσική τους εφηβεία οι τρεις κιθαριστές και δάσκαλοι, οι οποίοι αξιοποιώντας τη διεθνή καθιέρωση της κιθάρας, που επετεύχθη χάρη στην προσφορά και την προσωπικότητα του Αντρές Σεγκόβια[1], έμελλε να θεμελιώσουν και να χτίσουν το κραταιό οικοδόμημα της Ελληνικής Σχολής Κιθάρας, που η εμβέλειά της έφτασε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης. Τους αναφέρουμε με ηλικιακή ιεράρχηση: Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (1918 - 2005), Δημήτρης Φάμπας (1921 – 1996). Καθένας από αυτούς έβαλε το ανεκτίμητο λιθαράκι του ώστε να στεριώσει η τέχνη της (κλασικής) κιθάρας στον τόπο μας. Δεν πρέπει να λησμονήσουμε πάντως και τον εκ Κωνσταντινουπόλεως Ανδρέα Παλαιολόγο, ο οποίος με τη σεμνή και διακριτική προσφορά του, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 κυρίως, συνέβαλε ουσιαστικά στην καθιέρωση και εξέλιξη της κλασικής κιθάρας στον τόπο μας.

Ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου ήταν ο πρώτος που ονομάστηκε επισήμως καθηγητής κιθάρας (Ελληνικό Ωδείο, 1945). Διακρίθηκε περισσότερο για το παιδαγωγικό του έργο (μαθητές του υπήρξαν μεταξύ άλλων οι Σπύρος Θωμάτος, Παναγιώτης Ιωάννου, Δημήτρης Καμαρωτός, Κώστας Κοτσιώλης, Γιάννης Μαυρέας, Δημήτρης Νικητός, Άγγελος Νικολόπουλος, Γιώργος Παζαΐτης, Ανδρέας Παπαδάτος, Γιώργος Σακελλαρίου), χωρίς να αμελήσει την ερμηνεία και τη σύνθεση. 

Ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης πήρε το δίπλωμά του από το Ελληνικό Ωδείο το 1947 και έκτοτε άρχισε την παράλληλη δραστηριότητα του σολίστ (εντός και εκτός Ελλάδας), του παιδαγωγού και του συνθέτη και μεταγραφέα-διασκευαστή. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που μαθήτευσε στον Σεγκόβια (1950-53) στη Μουσική Ακαδημία Κιτζάνα στη Σιένα της Ιταλίας, ο πρώτος που ηχογράφησε για το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας), ο πρώτος που συνέπραξε ως σολίστ με ορχήστρα (1960, με τη Συμφωνική του ΕΙΡ το Κοντσέρτο του Μάριο Καστελνουόβο-Τεντέσκο και αρχιμουσικό τον Βύρωνα Κολάση). Αναμφίβολα στη δεκαετία του 1950 ήταν κυρίαρχος. Από τους πολλούς μαθητές του αναφέρουμε ανθολογώντας τους Γιάννη Ηλιόπουλο, Σπύρο Θωμάτο, Παναγιώτη Καλατζόπουλο, Στάθη Μιχαλόπουλο, Γεράσιμο Πυλαρινό, Νάνα Σιμοπούλου, Βασίλη Τενίδη, Νίκο Φρουδαράκη. 

Ο Δημήτρης Φάμπας είχε πρώτο δάσκαλο τον Νίκο Ιωάννου. Πήρε το δίπλωμά του από το Εθνικό Ωδείο το 1953 και την επόμενη χρονιά άρχισε να διδάσκει σε αυτό. Και αυτός διακρίθηκε στις παράλληλες δραστηριότητες του ερμηνευτή (πολυάριθμα τα ρεσιτάλ του, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό), του παιδαγωγού, του συνθέτη και του διασκευαστή-μεταγραφέα. Από το 1955 έγινε και αυτός μαθητής του Σεγκόβια αλλά και του Εμίλιο Πουχόλ. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που ερμήνευε με νύχια στο δεξί χέρι – από το 1944. Οργάνωσε στο Εθνικό Ωδείο σχολή κιθάρας η οποία έγινε ξακουστή. Από το 1958 μάλιστα οι μαθητές του έδιναν ετήσιο συλλογικό ρεσιτάλ, γεγονός πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής ο οποίος ηχογράφησε ολόκληρο δίσκο μακράς διαρκείας (LP) με σόλο κλασική κιθάρα. Ο δίσκος ονομαζόταν Ο Φάμπας παίζει Θεοδωράκη - Χατζιδάκι (RCA Victor LPMG 14) και εκδόθηκε το 1965. Είναι ο μόνος Έλληνας σολίστ ο οποίος έχει δώσει ατομικό ρεσιτάλ στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (1965). Πολλοί από τους μαθητές του βραβεύτηκαν σε διεθνείς διαγωνισμούς κιθάρας – μέχρι το 1982 είχαν διακριθεί σε 19 τέτοιους διαγωνισμούς! Από τους πολυάριθμους μαθητές του αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ευάγγελο Ασημακόπουλο, Κώστα Γρηγορέα, Λίζα Ζώη, Γιώργο Κερτσόπουλο, Ελευθερία Κοτζιά, Ειρήνη Κώνστα, Βασίλη Μαστοράκη, Νότη Μαυρουδή, Βαγγέλη Μπουντούνη, Κυριάκο Τζωρτζινάκη, Μιχάλη Τραυλό, Μάρκο Τσέτσο. 

Οι ανωτέρω μνημονευόμενοι δάσκαλοι, οι μαθητές τους αλλά και οι μαθητές των μαθητών τους προκάλεσαν μιαν απρόσμενη κιθαριστική ανθοφορία στον ελλαδικό χώρο. Η Ελληνική Σχολή Κιθάρας την οποία δημιούργησαν προκάλεσε και προκαλεί το θαυμασμό και το σεβασμό σε όλη την οικουμένη. Αυτή τη Σχολή θέλησε να τιμήσει η παρούσα έκδοση. Το πρόγραμμα ακρόασης δομήθηκε έτσι ώστε να καλύπτει ολόκληρη σχεδόν τη μεγάλη κοινότητα των Ελλήνων κιθαριστών· χωρίς προκαταλήψεις και με λιγοστές εξαιρέσεις. Φιλοδοξία της έκδοσης είναι να αποτελέσει μια ιστορική σύνοψη-πανόραμα της κιθαριστικής τέχνης στην Ελλάδα. Συμβάλλουν σε αυτό με τα ηχογραφήματά τους τρεις γενιές κιθαριστών. 

Όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος αμιγώς κιθαριστικός ελληνικός δίσκος εκδόθηκε το 1965. Αξίζει όμως να αναφέρουμε μια δισκογραφική έκδοση της προηγούμενης χρονιάς, μια και αυτή έχει άμεση σχέση με την κλασική κιθάρα και τα εξιστορούμενα. Πρόκειται για το δίσκο Δεκαπέντε Εσπερινοί του Μάνου Χατζιδάκι. Ο σπουδαίος έλληνας τραγουδοποιός και συνθέτης ενορχήστρωσε, για το έργο του αυτό, με τον τρόπο της μουσικής δωματίου, δεκαπέντε γνωστά τραγούδια του και τα παρουσίασε σε οργανική μορφή για δυο κλασικές κιθάρες, άρπα, κοντραμπάσο και πιάνο. Οι δυο κιθαριστές οι οποίοι συμμετείχαν στην ηχογράφηση ήσαν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης και ο Δημήτρης Φάμπας. Αποτελεί η ηχογράφηση αυτή μοναδική πολύτιμη μαρτυρία της ερμηνευτικής τους συνύπαρξης, μια και οι πορείες τους ήσαν ανταγωνιστικές.

Ο Δημήτρης Φάμπας έχει υπογράψει και το δεύτερο ελληνικό δίσκο με σόλο κλασική κιθάρα, ο οποίος εκδόθηκε λίγο μετά τον πρώτο – την ίδια χρονιά 1965. Σε αυτόν εμφανίζεται και ως ερμηνευτής και ως συνθέτης όπως προσδιορίζει και ο τίτλος του Ο Φάμπας παίζει Φάμπα (RCA Victor LPMG 19). Την επόμενη χρονιά εκδόθηκε σε δίσκο (LYRA 3552) η μουσική την οποία είχε συνθέσει ο Νίκος Μαμαγκάκης για την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου Η εκδρομή. Το έργο συντίθεται από μουσική για σόλο κιθάρα και δυο τραγούδια για φωνή και κιθάρα. Κιθαριστής ήταν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης. Δυο χρόνια αργότερα, το 1968, εμφανίζεται η πρώτη δισκογραφημενη μαρτυρία της τέχνης του κιθαριστικού ντουέτου στη χώρα μας. The art of two guitars (PHILIPS 630131) το όνομα της έκδοσης και ερμηνευτές η Λίζα Ζώη και ο Ευάγγελος Ασημακόπουλος, οι οποίοι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 είχαν αρχίσει μια ζηλευτή διεθνή σταδιοδρομία που συνεχίζεται αδιαλείπτως μέχρι τις μέρες μας. Θεμελίωσαν μάλιστα μεγάλη παράδοση ελληνικών ντουέτων. 

Αυτά ήσαν συνοπτικά τα πρώτα βήματα της κιθαριστικής δισκογραφίας στη χώρα μας. Από τότε μέχρι σήμερα πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι. Η τέχνη των Ελλήνων κιθαριστών αποτυπώθηκε σε πολλούς δίσκους. Όχι μόνον ελληνικής αλλά και διεθνούς παραγωγής από εταιρείες οι οποίες διατηρούν μιαν αξιοσέβαστη θέση στο παγκόσμιο δισκογραφικό στερέωμα. Προς επιβεβαίωση αναφέρουμε τις BIS, NAXOS, CHANDOS, GHA. Και φθάνουμε στο απρόσμενο σήμερα, οπότε, στην προ και μετά γιορταστική περίοδο - Χριστούγεννα 2004–Πρωτοχρονιά 2005 - κατεγράφησαν στον τόπο μας 7 (ναι επτά) νέες δισκογραφικές εκδόσεις κιθαριστικού ενδιαφέροντος!!! Η πλέον πρόσφατη από αυτές, προϊόντος του 2005, είναι αυτή την οποία υπογράφει ο Κώστας Γρηγορέας. Κιθάρα σε ελληνικό τρόπο το όνομά της, και εκδόθηκε από τη νεοσύστατη εταιρεία του TIMBRO. Από την πρώτη ελληνική έκδοση με κιθάρα του 1965, έως τη σημερινή του 2005 πέρασε πολύς χρόνος που η διαδρομή του ορίζεται από πολλούς-πολλούς αξιομνημόνευτους σταθμούς. Και από τον πρασβύτερο από τους μνημονευόμενους στην έκδοση Χαράλαμπο Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), έως τον νεώτερο Γιώργο Μπεχλιβάνογλου (γενν. 1974) η αλυσίδα είναι πολύ μεγάλη και προσδιορίζεται από πάρα πολλούς και γερούς κρίκους. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι ακαδημαϊκές σπουδές της κιθάρας νομιμοποιήθηκαν στη χώρα μας μόλις το 1987. Μέχρι τότε και η κιθάρα και οι κιθαριστές τελούσαν υπό καθεστώς … παρανομίας.

Δυστυχώς ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου και ο Ανδρέας Παλαιολόγος δεν κατέλιπαν δισκογραφημένα ηχογραφήματα· κάποια ανεπίσημα που έχουν εντοπιστεί δεν τεκμηριώνουν, ούτε δικαιώνουν την προσφορά τους. Γι αυτό και η τέχνη τους απουσιάζει από το πρόγραμμα ακρόασης της έκδοσης. Η έκδοση ωστόσο δεν περιορίζεται στις δισκογραφημένες μαρτυρίες. Υπάρχουν ερανίσματα από προσωπικά αρχεία, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις που στοιχειοθετούν, μαζί με τα λοιπά, ένα μοναδικό για τη χώρα μας – ίσως και παγκοσμίως – σχεδιασμό. Πέντε από τα συμπεριληφθέντα ηχογραφήματα δεν έχουν δισκογραφηθεί ποτέ. Ανάμεσά τους αυτά των δυο πρωτοπόρων Γεράσιμου Μηλιαρέση («Αραβικό καπρίτσιο» του Φρανθίσκο Τάρρεγκα, ηχογραφημένο στο ΕΙΡ το 1961) και Δημήτρη Φάμπα (οι χοροί από την Ελληνική Σουίτα «Τσάμικος» - από ρεσιτάλ στο Βατικανό το 1970 - και «Καραγκούνα» - από ηχογράφηση στο ΕΙΡ το 1959). Οργανώνεται έτσι μια επιτομή ηχογραφημάτων των Ελλήνων κιθαριστών που εκτείνεται από το 1959 έως το 2005. Και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι πρώτες σοβαρές και οργανωμένες προσπάθειες για τη δημιουργία και ανάπτυξη ελληνικού κιθαριστικού δυναμικού έγιναν από τους προμνημονευθέντες πρωτεργάτες στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε η έκδοση δικαίως επαγγέλλεται Μισό αιώνα Ελλήνων κιθαριστών.  


Αθήνα Ιούνιος 2005

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης
Κριτικός και Ιστορικός Μουσικής


[1] Η σωστή προφορά είναι Σεγόβια, χρησιμοποιούμε ωστόσο το καθιερωμένο Σεγκόβια

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Η ΣΩΣΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ




Και μ' αυτό λέω να βγάλω το φετινό καλοκαίρι. Γιατί καλά τα μενεξιά και τα χρυσαφένια και ο βυθός και τα νερά, αλλά ακόμα καλύτερα τα τραγούδια τους!

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

"ΛΑΪΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ" - ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Χρόνια πολλά αναρωτιέμαι ποιος να είναι άραγε ο βιομηχανικός χώρος που η Χαρίκλεια Μυταρά απεικονίζει στον πίνακα που βρέθηκε στο εξώφυλλο των "Λαϊκών Προαστίων". Σήμερα το πρωί, μια δυνατή φωτογραφία του Σπύρου Σταβέρη στη Lifo δίνει μάλλον την απάντηση!




Χαρίκλεια Μυταρά, εξώφυλλο δίσκου "Λαϊκά Προάστια" - 1980






Σπύρος Σταβέρης, "Πειραιώς. Το Γκάζι" - 1982



Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΤΙΑΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ




Τατιάνα Ζωγράφου: «Να παίρνουμε ελπίδα απ’ τα παιδιά που σώθηκαν»


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Ο Μάκης Γκαρτζόπουλος - που πολύ εμπιστεύομαι την άποψή του - έχει γράψει γι’ αυτήν: «Η Ζωγράφου φαίνεται να εκμεταλλεύεται τη διδακτική της εμπειρία για να αντλήσει τη θεματολογία που θα χρησιμοποιήσει για να μιλήσει στα παιδιά. Δεν υποψιάζεται απλά τους κώδικες με τους οποίους θα επικοινωνήσει με τους μικρούς ακροατές· τους γνωρίζει ήδη μέσα απ’ την καθημερινή ενασχόλησή της με τα παιδιά και αυτό φαίνεται να την απελευθερώνει και να της επιτρέπει να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα μέσα με τα οποία θα το καταφέρει. Και αυτά δεν είναι άλλα από τις λεπτές και γεμάτες ευαισθησία μελωδικές γραμμές που χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει τα τραγούδια».

Η κυρία Τατιάνα Ζωγράφου, σημαντικότατη εκπρόσωπος αυτού του δύσκολου είδους που αποκαλούμε «παιδικό τραγούδι», μιλά στον Μετρονόμο για τον νέο δίσκο της «Μια νότα μού χτυπά το τζάμι», τον κόσμο της μουσικής και των παιδιών, και τα χάλια των μεγάλων.


Πώς σας …χτύπησε το τζάμι ο τελευταίος δίσκος σας, κυρία Ζωγράφου;

Πολλές φορές ακόμη και οι οικείοι μου αναρωτιόνται πότε αποφασίζω να ξεκινήσω έναν δίσκο! Είναι σαν βόμβα μεγατόνων μέσα μου που φωνάζει «Τώρα!». Και έτσι ξεκινώ. Ξεκαθαρίζω τους στίχους που με εμπνέουν και αμέσως πάω στο πιάνο μου. Μετά στον ενορχηστρωτή που αυτή τη φορά ήταν ο Δημήτρης Μπουζάνης. Κάνουμε μια πρόχειρη ηχογράφηση και με βάση αυτήν απευθύνομαι στον ερμηνευτή που πιστεύω ότι θα ταίριαζε σε  κάθε τραγούδι. Μου αρέσουν οι πολυσυμμετοχικοί δίσκοι.

Παπακωνσταντίνου, Θηβαίος, Μάνου, Γιαννάτου… Πάντα αναρωτιόμουν πώς έχετε πάντα σε ετοιμότητα την αφρόκρεμα των ελλήνων τραγουδιστών για τους δίσκους σας!

Νομίζω ότι τώρα πια είναι αρκετά γνωστή η προσπάθεια που κάνω στο παιδικό τραγούδι. Οι καλλιτέχνες ανταποκρίνονται όταν τους αρέσει πολύ ένα τραγούδι. Και μόνο τότε. Δεν υπάρχει κανένας μεσάζων στην πρώτη συνάντηση ερμηνευτή-τραγουδιού. Αυτός άλλωστε είναι και ο κύριος λόγος που είμαι πολύ περήφανη για τις συμμετοχές τόσων καταξιωμένων τραγουδοποιών και  ερμηνευτών στους δίσκους μου.

Αλήθεια, ποιος είναι περισσότερο παιδί απ’ τους ερμηνευτές με τους οποίους έχετε συνεργαστεί;

Μια φυσική απλότητα που φέρνει στο νου παιδικότητα είχε ο  Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Νομίζω ότι στ’ αλήθεια στο δικό του παράθυρο χτύπησε η πρώτη μου νότα που οδήγησε σε αυτόν τον δίσκο.... Αλλά και πολλοί άλλοι από τους τραγουδιστές, σαν μαγεμένα παιδιά έμοιαζαν ώρες-ώρες.  

Ποια είναι η διαφορά του «γράφω μουσική» απ’ το γράφω «μουσική για παιδιά»;

Κυρίως στην επιλογή του στίχου. Να είναι εύληπτος για τα παιδιά αλλά ταυτόχρονα να λέει κάτι σε μένα που δεν είμαι πια παιδί. Έτσι θα γεννηθεί η μελοποίηση και μετά ένα ολόκληρο τραγούδι. Η «εξωστρέφεια» του τραγουδιού δεν έχει τόση σημασία όσο λένε οι «απ’ έξω». Τα παιδιά μπορούν αγαπήσουν εξίσου ένα χαρούμενο ρυθμικό κομμάτι με ένα αργό και «ρομαντικό», αρκεί να τα αγγίξει βαθιά μέσα τους.

Και εκτός φυσικά απ’ τα δικά σας έργα, ποιοι δίσκοι θα βρίσκονταν στην ιδανική για σας δισκοθήκη παιδικού τραγουδιού; Ποιοι και γιατί;

Από τη νεώτερη γενιά τραγουδοποιών αγαπάω τον Αγησίλαγο του Δημήτρη Μπασλάμ, Τα τραγουδάκια γάλακτος της Μέλπως Χαλκουτσάκη, τον Κόσμο ανάποδα του Άγγελου Αγγέλου και φυσικά τον Τεμπέλη Δράκο του αγαπητού Γιώργου Χατζηπιερή. Ωστόσο το αγαπημένο μου τραγούδι του Γιώργου είναι από τη μουσική του για μια θεατρική παράσταση Οι τρεις πριγκίπισσες…  και το διδάσκω κάθε καλοκαίρι στα παιδιά! Λέει ο στίχος «Καλό είναι το σχολειό, καλοί οι καθηγητές, μα από όλα το καλύτερο οι διακοπές.., στις αμμουδιές ξυπόλητοι και ρέστοι, να λιώνουμε σα βούτυρο απ’ τη ζέστη!» Από τα παλαιότερα φυσικά σημείο αναφοράς μου είναι η Λιλιπούπολη, ξεχωρίζοντας ιδιαίτερα τα τραγούδια του Νίκου Κυπουργού και της Λένας Πλάτωνος αλλά και το Μήλα μου για μήλα του Σταύρου Παπασταύρου. Επίσης αγαπώ τα τραγουδοπαίχνιδα του Νίκου Θοδωρίδη.






Παλιά όλα τα καθωσπρέπει παιδιά έπρεπε να κάνουν πιάνο. Τώρα μου φαίνεται ότι πρέπει να κάνουν μουσικο-κινητική αγωγή… Μήπως έχει υπερεκτιμηθεί η παιδαγωγική χρησιμότητά της μουσικής, σαν μόδα ας πούμε;

Όπως τα λέτε είναι. Εμένα όσον αφορά στην παιδαγωγική της μουσικής με αφήνει αδιάφορη οτιδήποτε δεν διαμορφώνεται υπό το πρίσμα της αληθινής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τώρα ανοίγουμε μια μεγάλη συζήτηση. Λ.χ. εάν μια πανέμορφη μελωδία με βοηθήσει να ενεργοποιήσω τους μαθητές μου στο να ασκηθούν στο ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια τότε την χρησιμοποιώ. Αν πάλι κάτι που είναι για πέταμα τα ενεργοποιήσει στο ρυθμό, ε, δεν το χρησιμοποιώ, εννοείται!

Και φροντίζετε η μουσική σας να σας είναι χρήσιμη και στις παιδαγωγικές σας ασχολίες;

Δεν μου αρέσει να συσχετίζω τα τραγούδια μου με τη «χρήση» τους στο σχολείο. Εγώ συνθέτω με όρους σύνθεσης ή τουλάχιστον προσπαθώ. Φυσικά είναι υπέροχο να φτάνουν στα σχολεία, τι καλύτερο για την δουλειά μου! Αλλά άλλο το «φτιάχνω» κάτι που ξέρω ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσουν οι δάσκαλοι και άρα να πουλήσει και άλλο το να εμπνέομαι ως συνθέτρια από τον λόγο και δημιουργώ τον δικό μου μουσικό κόσμο  Η μουσικοκινητική αγωγή, όταν γίνεται μονοδιάστατα, μπορεί και αυτή - παρά την επίφαση της 'ενεργητικής συμμετοχής' - να καταλήξει ως ακόμη μια στείρα μέθοδος.

Σας ενοχλεί που η ενασχόλησή σας με το παιδικό τραγούδι ίσως έχει επισκιάσει την υπόλοιπη συνθετική εργασία σας, όπως π.χ. τον δίσκο «Μ’ έναν τρόπο μυστικό»;

Πιο πολύ με προβληματίζει θα έλεγα. Βλέπουμε ότι όταν έρχονται στο φως δουλειές για παιδιά από επώνυμους καλλιτέχνες στο χώρο των ενηλίκων γίνονται αμέσως αποδεκτές αλλά το κυριότερο έχουν πολύ μεγάλη προβολή από τα μέσα ακόμη και αν δεν είναι αντάξιες των δισκογραφικών εργασιών τους που απευθύνονται σε «μεγάλους». Αυτό σημαίνει ότι από τη μία κάπως άκριτα προβάλλεται κάτι χωρίς να έχει αξιολογηθεί η ποιότητα του, και από την άλλη ίσως είναι μια ένδειξη της υποβαθμισμένης θέσης που έχει μέσα μας το παιδικό τραγούδι. Εγώ πάλεψα πολύ όλα τα χρόνια να φτιάξω κάτι που να απευθύνεται στα παιδιά, τολμώντας να προσπαθώ να έχει μια αυτόνομη καλλιτεχνική αξία. Και το κοινό μου το γνωρίζει αυτό. Όμως όταν κάνω κάτι  διαφορετικό – «μη-παιδικό» - δεν έχει μεγάλη προβολή και έτσι η πληροφορία δεν φτάνει στους ακροατές μου. Το «Μ’ έναν τρόπο μυστικό» όσο αντέξαμε να το παίζουμε live πήραμε θετικότατες κριτικές αλλά αυτό φαίνεται δεν ήταν αρκετό. Εγώ την αγαπάω αυτή τη δουλειά μου. Με βοήθησε σε αυτή πολύ και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τη συμμετοχή του αλλά και όλοι οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν, ο Κώστας Βόμβολος, ο ζωγράφος Χρήστος Κεχαγιόγλου και άλλοι πολλοί. Η έκδοση είναι εξαίρετη από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο αλλά η δουλειά δεν πήγε καλά εμπορικά.

Αναφέρατε τον Χρήστο Κεχαγιόγλου. Η δισκογραφία σας συνοδεύεται συχνά κι από την εικαστική επιμέλειά του. Τι σας έλκει στη συνύπαρξη μουσικής και ζωγραφικής; Και πώς έγινε η συνάντηση με τον συγκεκριμένο εικαστικό;

Χαίρομαι γι αυτή την ερώτηση γιατί αγαπώ τον Χρήστο και είμαστε αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον. Ωστόσο σε αυτή τη νέα μου εργασία δεν συνεργαστήκαμε επειδή άλλαξα εκδότη. Οι μέχρι τώρα δίσκοι μου είχαν ταυτιστεί με τις συγκεκριμένες εκδόσεις. Με τον Χρήστο είμαι βέβαιη ότι θα ξανασυνεργαστούμε στην επόμενη δουλειά μου για μεγάλους εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί. Με ελκύει η μυστική «ομορφιά» που βασανίζεται τόσα χρόνια να αποδώσει στη δουλειά του. Είναι βαθιά ρομαντικός αλλά και αισιόδοξος ζωγράφος, τουλάχιστον έτσι τον νιώθω εγώ.

Τι σας προσέφερε η παραμονή σας στην Αγγλία, εκτός από τις τυπικές μεταπτυχιακές σπουδές σας;

Γνώσεις και πολλά σημαντικά ερεθίσματα, και ακόμα την πίστη ότι μπορώ να επιβιώσω μόνη μου, να προσπαθώ για την ελευθερία, και να κάνω όνειρα για το μέλλον. Πολλά χρωστάω σε εκείνη αυτή τη χρονιά που ήμουν στην Αγγλία. Ένα από αυτά είναι η οικογένειά μου αφού εκεί γνώρισα τον Πάνο Κανελλόπουλο, τον άντρα μου. Μαζί σπουδάσαμε Μουσική Παιδαγωγική, μαζί πήγαμε σε πολλές, πάρα πολλές συναυλίες στο Λονδίνο, μαζί ταξιδέψαμε και κολυμπήσαμε στα παγωμένα νερά της Μάγχης. Το ότι είμαστε ακόμη μαζί αποτελεί για μένα πηγή σταθερότητας στη ζωή μου και δύναμης. Ξέρετε όταν μεγαλώνεις δυο παιδιά, τίποτε από αυτά δεν είναι αυτονόητο.

Σας απασχολεί ότι μπορεί σε μερικά χρόνια αυτά να ακούνε λαϊκο-ποπ; Δεν το λέω ελιτίστικα. Αναρωτιέμαι απλά αν το μουσικό κριτήριο του νέου ανθρώπου μπορεί να καλλιεργηθεί, ή αν η δύναμη της μίμησης και της διαφήμισης είναι αχτύπητη.

Πιστεύω ότι πολλοί νέοι που είναι καλλιεργημένοι πηγαίνουν αρχικά σε τέτοιες μουσικές εκδηλώσεις πιο πολύ γιατί δεν θέλουν να απομονωθούν από τις παρέες τους. Δεν φταίει η διαφήμιση. Η διαφήμιση τέτοιων μουσικών προϊόντων για να επηρεάσει έναν νέο πρέπει αυτός να μην έχει καμία απολύτως καλλιέργεια και κανένα μουσικό κριτήριο. Είναι κάτι περισσότερο μιμητικό. Ωστόσο, εκεί κατά τη διάρκεια του show δεν διασκεδάζουν όσο οι υπόλοιποι. Αργότερα θέλω να πιστεύω ότι βρίσκουν έναν πιο προσωπικό δρόμο με λιγότερους ίσως φίλους αλλά που τους γεμίζει περισσότερο. Όσον αφορά τα μικρά παιδιά, τον καθοριστικό ρόλο παίζουν τα ακούσματα της οικογένειας και δευτερευόντως το σχολείο. Εμείς οι δάσκαλοι οφείλουμε να επιμένουμε στην ποιότητα. Ξέρετε, τα παιδιά μπορεί να μην ακολουθούν φαινομενικά αυτά που κάνουν οι γονείς τους αλλά καθορίζονται από αυτά. Ας πούμε, μπορεί να αντιδρούν στο να διαβάζουν βιβλία κάπου εκεί στην προεφηβία – όπως η μεγάλη μου κόρη αυτή την περίοδο – αλλά το διάβασμα στην οικογένεια μας είναι μια αξία που πιστεύω θα έχει μια θέση στην ζωή των παιδιών μας ίσως αργότερα.

Ποια είναι η πρώτη σας αντίδραση στην εικόνα μικρών παιδιών που - όταν δεν πνίγονται στο Αιγαίο - καταλήγουν να απωθούνται στα σύνορα;


Αισθάνθηκα λύπη. Ατέλειωτη λύπη. Θαυμάζω τους ανθρώπους που στα νησιά βοήθησαν τόσο κόσμο να σωθεί. Δεν ξέρω αν είμαι δειλή ή αν πραγματικά οι συνθήκες ζωής μου δεν μου επέτρεψαν να είμαι εκεί. Ίσως και τα δύο να ισχύουν Πάντως πρόσφατα πήρα μια πρωτοβουλία και μαζέψαμε στο σχολείο μου τρόφιμα να τα στείλουμε στους πρόσφυγες στον Πειραιά. Όλοι στον βαθμό που μπορούμε υπάρχει χώρος να προσφέρουμε. Άλλοι στα πιο δύσκολα και άλλοι στα λιγότερο. Οι πρόσφυγες είναι συνάνθρωποί μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς στη θέση τους. Αυτό πρέπει σιωπηλά να έχουμε όλοι στο μυαλό μας και να παίρνουμε ελπίδα από τα παιδιά που σώθηκαν και από τα αθώα μάτια των παιδιών μας που μας κοιτάνε καθημερινά ζητώντας να είμαστε δίπλα τους στήριγμά τους.


("Με τη μικρή μου κόρη Λεωνή...")

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ



Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Μάνο Ελευθερίου

«Ήρθαν τα ποιήματα του Μάνου κι ήταν φώτα στην ομίχλη…»


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Στα τέλη του70, με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι, κατέβηκα στην Αθήνα για να συνεχίσω αυτό που τόσο βίαια είχα διακόψει για να υπηρετήσω την πατρίδα: το τραγούδι. Τους πρώτους μήνες της θητείας μου είχε κυκλοφορήσει ο πρώτος μου δίσκος (45άρι με τέσσερα τραγούδια) αλλά εγώ δε μπορούσα να τον χαρώ, ούτε να τον υποστηρίξω. Πότε-πότε, εκεί στα φυλάκια της Αλβανίας, με άκουγα από το ραδιόφωνο και μελαγχολούσα.

Πολίτης πια, με μια κιθάρα και πολλά όνειρα, ξεκίνησα να τραγουδώ στην ιστορική μπουάτ «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη. Ο Αργύρης με παρουσίασε στον κόσμο του και με σύστησε στους φίλους του που ήταν άνθρωποι ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, όπως και ο ίδιος. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μάνος Ελευθερίου. Ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ και ήταν πάντα ευγενής, αδιόρατα σαρκαστικός και εξόχως ευχάριστος. Εγώ δεν είχα ιδέα για το έργο του ώσπου κάποια στιγμή μου έφερε μερικά ποιήματά του και μου είπε πως θα ήθελε πολύ να με ακούσει να τα τραγουδώ. Ήταν η «Ατέλειωτη εκδρομή», η «Γνωριμία» και οι «Κιθάρες των νερών».

Αυτή η χειρονομία του Μάνου ήταν καθοριστική για μένα. Εκείνο τον καιρό, σχεδόν με αγωνία, έψαχνα μια ταυτότητα κι ένα τρόπο έκφρασης, και τότε ακριβώς ήρθαν τα ποιήματα του Μάνου και ήταν φώτα στην ομίχλη. Αργότερα συνειδητοποίησα πόσο τυχερός ήμουν τότε που κράτησα στα χέρια μου ολοζώντανη και παρθένα ποίηση και πόσο βαθιά επηρεάστηκα από τη σκέψη και τη γραφή του Μάνου. Δε χόρταινα να τα διαβάζω και δειλά-δειλά άρχισα να μπαίνω σ' έναν άλλο κόσμο: στο σύμπαν του Μάνου. «Γαλάζια πεύκα τρέχουν στο μυαλό μου, σε τούτη την αξέχαστη εκδρομή...», «Μαλαματένια λέπια είχε το σώμα σου κι έτσι από τότε πιάστηκα και δέθηκα...», «Κιθάρα που κρατάς το φως μου, το σώμα σου μεγάλο και γυμνό, στους τοίχους του μεγάλου μέλλοντός μου, καρφώνω λόγια σ’ άδειο ουρανό...».

Τα μελοποίησα με ενθουσιασμό και, καθώς είχε τελειώσει ο χειμώνας του ’71, άρχισα να τα τραγουδώ στην ταράτσα της μπουάτ «Μεταξύ μας» δίπλα στη Μαρίζα Κωχ. Με μεγάλη ικανοποίηση έβλεπα την αποδοχή που είχαν τα συγκεκριμένα τραγούδια από το κοινό και επάνω τους άρχισα να κτίζω το προφίλ μου σαν τραγουδοποιός. Στις ζωντανές εμφανίσεις τα τραγουδούσα χωρίς προβλήματα και μάλιστα ο κόσμος τα είχε μάθει και τα περίμενε.

Στη δισκογραφία όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι καραβανάδες θεωρούσαν πως έθιγαν τα χρηστά ήθη της εποχής και φυσικά τα απαγόρευαν. Όταν επιτέλους απαλλαχτήκαμε από την ανόητη λογοκρισία και τους ανόητους λογοκριτές, μέσα στο πρώτο μεγάλο κύμα των ελεύθερων πια παραγωγών, ήταν και το LP «Η ατέλειωτη εκδρομή» (MINOS 1975). Ένας δίσκος που με τη βαριά υπογραφή του Μάνου Ελευθερίου με σημάδεψε για όλη μου τη ζωή.


Τελευταία φορά τον είδα πριν χρόνια στο θέατρο του Λυκαβηττού. Ήμουν επάνω στη σκηνή και τον καλωσόρισα, καθώς μπήκε, με μια ευχή: «Μάνο, να είσαι γερός στο σώμα και στο πνεύμα για να μπορείς να γράφεις. ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ».

Θανάσης Γκαϊφύλλιας